του τραπεζιού

(Η γυναίκα, κάθεται στην καρέκλα. Ακουμπά το χέρι της στο τραπέζι. Πάνω του, είναι αφημένο ένα γυναικείο φόρεμα· μόλις το έβγαλε, αφήνοντας το κορμί της καλυμμένο μόνο με τα εσωρούχα. Υπάρχει μία δεύτερη καρέκλα, στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. Ακριβώς δίπλα της, στέκεται όρθιος ο άντρας. Έχει το κεφάλι του σκυμμένο. Μόνο, κάθε τόσο, κοιτάζει την γυναίκα στα κλεφτά. Για κάποιο λόγο, δεν μπορεί να εστιάσει το βλέμμα του πάνω της για περισσότερο από ένα με δυο δευτερόλεπτα. Θα ‘λεγε κανείς πως είναι ντροπαλός και μάλλον φοβισμένος. Συχνά ξεροκαταπίνει, ενώ το χέρι του περιεργάζεται, αμήχανα, ένα-ένα τα κουμπιά του πουκαμίσου που φοράει. Εκείνη, βγάζει τις κάλτσες της και αρχίζει να μιλά. Κάθε τόσο χαιδεύει ή χτυπά, απαλά και ρυθμικά, την επιφάνεια του τραπεζιού.)

    Δεν αγαπάτε το νερό; Δεν μπορεί να μη σας έλκει ένα υδάτινο τοπίο. Ή έστω ένα ποτήρι γεμάτο, την ώρα της δίψας σας. Στα μέρη μου έχουν από μια χούφτα νερό σε κάθε τσέπη, για την δύσκολη περίσταση. Για τις ξηρασίες στις ερήμους που συναντά κανείς στο διάβα του, κατά τη διάρκεια της μέρας. Εδώ στο από κάτω τετράγωνο -να ξέρετε- δύσκολα μπορεί να επιζήσει κανείς δίχως αυτή την προνοητικότητα. Καμιά φορά, κοιτάζω προς τα 'κει και στεγνώνουν τα μάτια μου. Ή ακόμα κι όταν φυσάει προς τα 'δω, μου φέρνει νεκρά ποιήματα στο μπαλκόνι. Μη νομίζετε, έχω τον τρόπο μου και γι' αυτά... Λοιπόν, καθίστε. Η καρέκλα απέναντι είναι για 'σας. Διόλου μην σκέπτεστε καλούς τρόπους και κανόνες. Μπορείτε ακόμη και ν' ακουμπήσετε τους αγκώνες σας στο τραπέζι. Να, κάπως έτσι. Ή έτσι. Τι λέτε; Και δεν θα ήταν καλύτερο να απαλλαχθείτε από τα περιττά ρούχα; Πάρτε όσο χρόνο θέλετε. Κατανοώ την αμηχανία σας. Γιατί δεν σκαρώνετε μια ιστορία για κάθε ένα απ' αυτά; Είναι ένας τρόπος να γίνουν όλα ευκολότερα. Φανταστείτε πως το παντελόνι ή η φανέλα σας τις ξετυλίγουν, ξηλώνονταςτις κλωστές τους. Έτσι, μ' αυτή τη διήγηση, θα ξεχαστείτε και θα λυθεί κάθε δισταγμός. Εντάξει, ξεκινώ εγώ μια ιστορία για δικό σας λογαριασμό: “Μια φορά κι έναν καιρό -ας πούμε- αυτό το πουκάμισο κρατούσε ένα μυστικό! Ένα κουμπί˙ κανείς δεν μπορούσε να το δει. Μα κι όσο δεν το φανέρωνε σε κανέναν, δεν λυνόταν απ’ τα δεσμά του. Για φαντάσου! Ένα κουμπί...” (γελάει)

    Η συνέχεια δική σας. Αγγίξτε το ύφασμά του. Μυρίστε το. Χαιδέψτε το. Ξέρετε, πάντα τα πουκάμισα, μου προκαλούσαν μια έλξη κι ουδέποτε το έβρισκα παράξενο. Το αντίθετο. Έχω μια συλλογή, μάλιστα, από πουκάμισα. Δεν έχω φορέσει ποτέ κανένα από αυτά. Πολύ ωραία! Ακουμπήστε το δίπλα στα ρούχα μου. Μην νομίσετε πως θα συνεχίσουν να επιπλέουν εδώ τριγύρω για όση ώρα κρατήσει το δείπνο μας. Δείτε, αυτό εδώ είναι το φουστάνι μου. Το νερό, εδώ και λίγη ώρα, το έχει φορέσει. Με κάθε εκατοστό του υφάσματός του, μου γνέφει να μένω ήσυχη. “Όλα θα πάνε καλά.” Η ζώνη μου, βέβαια, θα πρέπει να βρίσκεται ήδη στον πάτο. Τα σημάδια που έχει αφήσει πάνω στο δέρμα μου, θα χαθούν σε λίγο. Μόλις που προφταίνετε να τ' αγγίξετε, προτού γίνουν μια λευκή βελούδινη ανάμνηση. Ο πόνος απ’ τα δεσμα της, πάντως, μ’ έχει ήδη αφήσει ήσυχη.

 

    Λοιπόν, όπως βλέπετε, είναι μια λιμνοθάλασσα πάνω στο τραπέζι. Τη λέω περήφανη. Δεν θα το εξηγήσω. Τα πιάτα θα είναι φροντισμένο να επιπλέουν πάνω στα ήρεμα νερά. Με τα μαχαιροπήρουνα στα χέρια να μας βαραίνουν, οι κινήσεις των ποδιών μας κάτω απ' το τραπέζι, μόλις θα μας κρατούν στην επιφάνεια γι' αυτό το τελευταίο μας δείπνο. Ένα λευκό κρασί θα μας τα κάνει όλα ευκολότερα, δεν νομίζετε;

(Ο άντρας κάθεται στην καρέκλα και ακουμπά το πουκάμισο που μόλις έβγαλε, δίπλα στο φόρεμα. Για λίγη ώρα κοιτάζονται, χωρίς να κάνουν καμιά κίνηση. Πρώτη εκείνη, σκύβει επάνω στο τραπέζι βιαστικά και αρπάζει το πουκάμισο. Το κρατά με τα δυο της χέρια. Το στίβει κι έπειτα το φέρνει στο πρόσωπό της. Βρέχει τα χείλη της, το μυρίζει με μια βαθιά ανάσα και τέλος το επιστρέφει, ευλαβικά, στο τραπέζι. Είναι σαν να αποχαιρετα κάτι δικό της. Γρήγορα το μετανιώνει και προσπαθεί να το τραβήξει πίσω. Δεν τα καταφέρνει. Ζητά τη βοήθεια του άντρα. Εκείνος ανταποκρίνεται και ξαπλώνει μπρούμυτα στο τραπέζι με το χέρι του απλωμένο. Στην αρχή προσπαθεί να φτάσει το ρούχο, όμως, τελικά, ψάχνει το χέρι της γυναίκας. Εκείνη έχει αρχίσει να χάνει τον έλεγχο. Τα δυο κορμιά βυθίζονται στο νερό. Στην επιφάνεια, μια ανεπαίσθητη αναταραχή φανερώνει πως κάτι συνέβη λίγο πριν. Τα πιάτα συνεχίζουν να επιπλέουν.)


 

Δημοφιλείς αναρτήσεις