Τετάρτη, Μαΐου 28, 2014

Η πέτρα



         Έτσι λοιπόν ξεκίνησαν όλα. Η πέτρα έφυγε από το χέρι του με δύναμη. Όχι όπως απλά ξεφορτώνεται κανείς κάτι που τον ενοχλεί, αλλά με στόχο. Όχι με στόχο απλά να φτάσει κάπου, αλλά να ξεπεράσει κάτι. Τα πράγματα δεν ήταν διόλου απλά βέβαια γιατί αυτή του η προσπάθεια δεν είχε ορατό όριο, ούτε για τον ίδιο ούτε για κάποιον τρίτο που πιθανόν να την παρατηρούσε. Πού να φτάσει κανείς πετώντας μια πέτρα καθ’ ύψος; Στα σύννεφα μήπως; Ή μήπως στη γαλανή οφθαλμαπάτη τ’ ουρανού; Ξέχασα να πω για την κραυγή. Εγώ αυτή την κραυγή άκουσα δηλαδή. Και την κίνησή του είδα, αυτή σα να πετάει την πέτρα. Πέτρα δεν είδα. Υπέθεσα. Τι άλλο μπορούσε δηλαδή να σπρώξει κανείς με ορμή προς τον ουρανό, με αυτή τη χαρακτηριστική κίνηση του σώματός του; Αυτό ήταν. Μια πέτρα. Μα προς τα πού και με τι σκοπό; Να πεις πως σημάδευε πουλιά, δε φαινόταν τίποτε εκείνη τη στιγμή στον ουρανό της πόλης. Θα ‘λεγα κανένα πετούμενο, ούτε καν έντομο δε υπήρχε εντός της οπτικής μας εμβελείας. Και λέω οπτικής μας γιατί μπορώ να θεωρήσω πως δεν έχει κανένα αξιοσημείωτο μειονέκτημα η όρασή μου σε σχέση με τη δικιά του.

       Είμαι ο δεύτερος παρατηρητής της προσπάθειας. Τρίτος δεν υπήρχε. Παρατηρώ προσεκτικά. Εκδηλώνω το θαυμασμό μου με χαρακτηριστικό μορφασμό του προσώπου. Θαυμάζω την ένταση και την αποφασιστικότητα της κίνησης. Ο σκοπός παύει να με ενδιαφέρει. Στήνω αυτί να ακούσω την πέτρα να πέφτει. Μια πέτρα μπορεί πολλά να κάνει. Να πετάξει, να πέσει κι εκεί που θα πέσει να σπάσει κάτι, να κυλήσει. Χωρίς να φέρει καμιά αντίρρηση θα κάνει αυτό που ορίζουν οι νόμοι της φύσης. Χωρίς αντίρρηση μπορεί να κάνει κι αυτά που απαγορεύουν οι νόμοι των ανθρώπων. Μα δεν ακούω τίποτε. Πασχίζω ν’ ακούσω ένα κάτι παρηγορητικό για τη μοναξιά ενός ανθρώπου που εκπυρσοκροτεί προς τα θεία και τ’ ανθρώπινα με τη βεβαιότητα της αστοχίας του. Ακόμα κι αυτής της αστοχίας τον ήχο τον κούφιο γυρεύω, έτσι κούφια να ‘ρθει να απαλύνει μια κούφια ζωή. Κι όμως τόση ησυχία καλέ μου. Ούτε η κραυγή δε γύρισε πίσω. Αντίλαλο το λεν’ θαρρώ. Μια κούφια απάντηση κι αυτή.
       Ανοίγω τη χούφτα μου διστακτικά. Εκείνη η πέτρα που αγκάλιαζα σφιχτά ξεκολλά από το ιδρωμένο χέρι και πέφτει στο χώμα δίπλα στα πόδια μου. Δεν είναι κανείς τριγύρω να δει, να ακούσει. Δε θέλω να τη βλέπω, δε θέλω να τη θυμάμαι. Χωρίς δεύτερη σκέψη της δίνω μια κλωτσιά να πέσει στον υπόνομο ακριβώς δίπλα στο σημείο που στέκομαι  Να πέσει μαζί της κι η κραυγή που δε βγήκε ποτέ και να σβήσει στα βρομόνερα. «Καθαρίσαμε» μονολογώ ακούγοντας τον κούφιο ήχο που κάνει η πέτρα πέφτοντας στο νερό. Και δεν ήταν κανείς άλλος τριγύρω να θαυμάσει ή να λυπηθεί. Κανείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: