Τρίτη, Ιουνίου 19, 2012

ο Μισογύνης


Για τον Αλέξανδρο Μοντεσάντο

-Τον «άλλο» Καββαδία τον ξέρεις;

   Κρατούσα τη «Βάρδια» στα χέρια, ο Γιάννης με κοιτούσε που οσμιζόμουν τις θάλασσες του Καββαδία στα ράφια του βιβλιοπωλείου του και τα είκοσί μου χρόνια πελάγωναν στα κόντρα ρεύματα των εποχών, όταν η ερώτησή του αυτή έμελλε να μου συστήσει τον Κεφαλλονίτη πλοίαρχο Αλέξανδρο Μοντεσάντο.
   Δίστασα βέβαια στην αρχή με τον «άλλο», μα κάτι το αινιγματικό νησί Ουράκας, κάτι η μορφή του πλοίαρχου στην αυτοπροσωπογραφία του στις πρώτες σελίδες της έκδοσης, κάτι ο τίτλος «άλλος» που του έδωσε ο Γιάννης, το βιαστικό ξεφύλλισμα ήταν ικανό να με πείσει. Έφυγα απ’ το βιβλιοπωλείο με τα ποιήματα του πλοιάρχου Αλέξανδρου Μοντεσάντου και τη βεβαιότητα πως κρατώ στα χέρια μου ένα εισιτήριο και μάλιστα σε θέση.. γέφυρας. Ξεφύλλισα το βιβλίο το ίδιο βράδυ κιόλας, μα το «ταξίδι» έμελλε να γίνει μετά από 3 περίπου χρόνια. Γιατί για τόσο παρέμειναν ως λίγες ακόμα σελίδες καραβίσιας διαλέκτου στη βιβλιοθήκη μου τα ποιήματα αυτά, δίπλα στις συλλογές του Μαραμπού. Σαν τι να συνέβη ξαφνικά και ποια δικαίωση ετοίμασα για τα ποιήματα του πλοίαρχου που από τη γέννησή τους μοιάζουν στοιχειωμένα με την «κατάρα» της σύγκρισης.
   Ο Καπετάν Θαλής, το Ουράκας, ο Μισογύνης, ο Ά Μηχανικός, ο Ατζύμι ο captain Yalmar μοιάζουν να συνθέτουν ένα παζλ ταξιδιών του Μοντεσάντου, κάτι σαν ημερολόγιο συμβάντων, σκέψεων και συναισθημάτων που δε συνέβησαν ποτέ, μα πλάστηκαν στη φαντασία του πλοιάρχου στο Δαφνί τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Σαν γι’ αυτό το λόγο να τα έγραφε ξανά και ξανά σε κόπιες αριστοτεχνικά καλλιγραφημένες σε μια απεγνωσμένη προσπάθειά κατά την περίοδο του εγκλεισμού του, να μας πείσει για τις ιστορίες του. Πως είναι πέρα για πέρα αληθινές και πως το τέλος του στο ίδρυμα ήταν το άδοξο στερνό του μπάρκο. Η μουσική που ήρθε αβίαστα στους στίχους του Μοντεσάντου, θέλησε να γίνει ένα επιχείρημα στην προσπάθειά του αυτή. Σε διάστημα λίγων ημερών, κάθε ανάγνωση που γινόταν τραγούδι στα χείλη και στις χορδές της κιθάρας, είχε άρωμα πελάγου απλά και μόνο γιατί δε μπορούσε να γίνει αλλιώς. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για το ναυτικό βίο του. Επίσης είναι γνωστό πως τα περισσότερα ποιήματά του είναι γραμμένα απ’ τον καιρό που ταξίδευε. Μα με το παιχνίδι αυτό (ίσως τώρα το διαπιστώνω κι εγώ) και επηρεασμένος τότε, απ’ τα ελλιπή και ασαφή στοιχεία στο ναυτολόγιό του, έπλασα έναν –εν γνώσει μου- μύθο που με άφησε να δω την ποίηση του Μοντεσάντου χωρίς να λοξοκοιτάζω στο «τραβέρσο» και τη «βάρδια».
   Αυτά τα τραγούδια μαρτυρώ λοιπόν. Από την κάμαρα του βιβλιοπωλείου στην Καλαμάτα κι αφού πέρασαν απ’ ωκεανούς και βάρδιες, από ψυχιατρεία και βιβλιοθήκες τα ποιήματα του πλοιάρχου Αλέξανδρου Μοντεσάντου έγιναν τραγούδια που εξιστορούν θαλασσινές ιστορίες που πλημμυρίζουν ευαισθησία. Μια ευαισθησία που έψαξε και βρήκε τι κρύβεται πίσω απ’ αυτά που βλέπουν τα μάτια μας.






Δεν υπάρχουν σχόλια: