Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2010

το πράσινο σπίτι

Δεν ήταν ώρα για να κυκλοφορεί κανείς στο πράσινο σπίτι. Η νύχτα σκέπαζε τα ζωντανά του χωριού, άλλαζε την όψη των σπιτιών και των δρόμων, έθρεφε στην κοιλιά της τη νέα μέρα και πονούσε ως το μελλούμενο γεννοβόλημα, την τελευταία πράξη της ζωής της, πριν το νιογέννητο ρουφήξει σταγόνα-σταγόνα όλο το σκοτάδι απ’ το ρωγοβύζι της μάνας του. Είναι ένας πόνος που τον μοιράζονται όλα στην πλάση. Όσα έχουν ψυχή κι όσα δεν έχουν. Αυτά τα δεύτερα πονούν μάλιστα περισσότερο κι αν κάποιος δοκιμάσει το βουβό πόνο θα καταλάβει το γιατί. Στον τοίχο της σκάλας το φεγγάρι σχημάτιζε τη σκιά μιας γάτας που άφηνε τα λασπωμένα χνάρια της στα σκαλοπάτια. Ο κήπος του πράσινου σπιτιού μυρίζει χώμα βρεγμένο καθώς καταπίνει το νερό του βραδινού ποτίσματος, τα λουλούδια κι οι πρασινάδες μαζεύουν τον ιδρώτα της αγωνίας τους στις φυλλωσιές τους, ο ποδοπατημένος βασιλικός αιμορραγεί τις μυρωδιές του από τις πληγές που του άφησε η αποψινή επιδρομή του τετράποδου. Χθες ξερίζωσε μια νιόφυτη γαρουφαλιά κι ο νοικοκύρης που την είδε το πρωί βλαστήμησε όλο το ζωικό βασίλειο μα και την κυρά του μαζί για την ανοησία της να ρίχνει τ’ αποφάγια της οικογένειας σ’ ένα μαντεμένιο ταψί που στρογγυλοκάθεται στο κέντρο της αυλής περιμένοντας κάθε λογής επισκέπτες. Γάτες, σκυλιά και σμάρια μύγες και σφήκες περιτριγυρίζουν το σκεύος για μια μπουκιά παράδεισο -ποιος ξέρει- ή και κόλαση μαζί. Κανείς δεν κάνει κουβέντα γι’ αυτή την ανοησία κι ας ξέρουν πως αυτή είναι ο λόγος που σιχτιρίζει θεούς και δαίμονες κάθε πρωί ο νοικοκύρης. Βέβαια κι ο ίδιος δεν τόλμησε ποτέ να απαλλάξει την αυλή του πράσινου σπιτιού απ’ αυτό το ταψί ούτε και να απαγορεύσει στην κυρά του να κάνει αυτού του είδους την αγαθοεργία καταμεσής της κατά τα άλλα πεντακάθαρης και νοικοκυρεμένης αυλής.

Η πετρόχτιστη μάντρα που χωρίζει την αυλή απ’ το δρόμο είναι πάντα ασπρισμένη. Ο ίδιος ο νοικοκύρης δουλεύει βούρτσα και ασβέστη κάθε Παρασκευή, εκτός κι αν ο καιρός δεν του το επιτρέπει. Κάτι τέτοιες μέρες κλείνεται στην αποθήκη και καταπιάνεται με ένα σωρό, άσκοπες στην πλειοψηφία τους, δουλειές μόνο και μόνο για να ακούει τη βροχή στον τσίγκο που σκεπάζει παλιά έπιπλα, τρύπια λιόπανα, σκουριασμένα ποδήλατα, βαρέλια άδεια, βαρέλια γεμάτα κι όσα άλλα παραπαίδια και μη της περιουσίας του φυλακίζονται εκεί μέσα. Καθισμένος στο ξύλινο σκαμνάκι που του έφτιαξε ο πατέρας του και που τόσα χρόνια αντιστέκεται στο σαράκι και την υγρασία που το κατατρώγουν, ακούει τις κουβέντες που του λέει η βροχή και που τόσα χρόνια από κανένα ανθρώπινο στόμα δεν έχει ακούσει. Μα κι ο ίδιος, κουβέντες που δεν έχει πει σε κανέναν μουρμουρά στη βροχή σε έναν διάλογο που σταματά μονάχα όταν περάσει κανείς το κατώφλι της αποθήκης. Τότε η μουρμούρα του μετατρέπεται σε τραγούδι, ότι τραγούδι του έρθει πρώτο στο νου, για να μην προδοθεί η μυστική κουβέντα του. Όλοι στο σπίτι ξέρουν πως ήθελε να γίνει τραγουδιστής αλλά η μοίρα τον γέννησε σε μια αγροτική οικογένεια σ’ ένα μικρό χωριό της επαρχίας και από μικρό παιδί έμαθε να ανασταίνει τη γη και να ‘χει τα δέντρα και τα αμπέλια του σαν παιδιά του. Ένα κομμάτι της οικογένειάς του που με τους καρπούς του πορεύονται τα υπόλοιπα μέλη της.
Δυο κορίτσια του χάρισε η κυρά του και πολλές ευτυχισμένες στιγμές σ’ ένα ήσυχο σπίτι που ποτέ δεν απασχόλησε τα κουτσομπολιά του χωριού. Για το «Νικόλα τον κρασά» κανείς δεν είχε να πει τίποτα, παρά μόνο για το εκλεκτό κρασί του, το «καλύτερο του χωριού», που χάρη σ’ αυτό από τα χρόνια του πατέρα του κιόλας, το όνομα της ταυτότητάς του ήταν για τους περισσότερους ξεχασμένο. Τα κορίτσια του γίναν καθηγήτριες και έκαναν οικογένεια στην πρωτεύουσα. Χριστούγεννα και Πάσχα μαζεύονται όλοι στο πράσινο σπίτι κι ο κυρ-Νίκος ζει ξανά τα παιδικάτα του μαζί με τα κρασοπουλάκια του -έτσι φωνάζει τα εγγόνια του- και τους μαθαίνει τα μυστικά και τις ιστορίες του τόπου του. Κι είναι το πράσινο σπίτι ένας παράδεισος γι αυτά, ένας κόσμος που γίνεται δικός τους για κείνες τις μέρες και που δεν καταλαβαίνουν γιατί πρέπει να τον αποχωρίζονται όταν οι γιορτές τελειώνουν και επιστρέφουν στις πολυκατοικίες και τα χρωματιστά δωμάτιά τους που δεν έχουν ούτε αυλή, ούτε τζάκι, ούτε δέντρα για να σκαρφαλώνουν κι ούτε παππού και γιαγιά να τους κάνει τα χατίρια.

Σήμερα το ταψί είχε ψαροκόκαλα, σκυλί δεν πλησίασε, και οι γάτες της γειτονιάς έκαναν τρικούβερτο γλέντι στην αυλή του πράσινου σπιτιού. Ο μπάρμπα-Νίκος καταπιάνεται με τα λουλούδια του κήπου, προσπαθώντας να περισώσει ότι μπορεί από τη νυχτερινή επιδρομή των τετράποδων. Η Κυριακούλα, η γυναίκα του, σκουπίζει τις λάσπες απ’ τα σκαλοπάτια κι ακούει θεούς και δαίμονες να παρελαύνουν από το στόμα του αντρός της. Όπως πέφτουν επάνω της οι πρώτες αχτίδες του ήλιου ζωντανεύει κάτι από το μικρό κορίτσι που έτρεχε στους δρόμους του χωριού και στις αλάνες κι όπως κρυφογελάει με το παραλήρημα του μπάρμπα-Νίκου αν την έβλεπε κανείς θα νόμιζε πως η Κυριακούλα έγινε και πάλι το ομορφότερο κορίτσι της Ραχούλας. Γιατί εκτός από το καλύτερο κρασί ο Νικόλας ο κρασάς είχε και την ομορφότερη γυναίκα και πειράζοντάς τον οι φίλοι του στο καφενείο του έλεγαν πως με αυτό το κρασί τη μάγεψε και ‘κεινη στραβώθηκε και τον πήρε.

-Τι φωνάζεις χριστιανέ μου; του είπε η Κυριακούλα κάνοντας την ανήξερη και μόλις καταφέρνοντας να πνίξει το γέλιο της.
-Φτου!!! Έκανε ο Νικόλας φτύνοντας στο χώμα ενώ άνοιγε έναν λάκκο για να φυτέψει τον πληγωμένο βασιλικό. Αυτός δεν πρόκειται να πάρει τα πάνω του, συμπλήρωσε με παράπονο και ικανοποίηση μαζί που του ‘δωσε επιτέλους σημασία η γυναίκα του. Εκείνη τότε κατέβηκε τις σκάλες σαν κοριτσόπουλο, το φουστάνι της ανέμιζε όλη την κοριτσίστικη χάρη που της έδωσε απλόχερα ο πρωινός ήλιος κι ακούμπησε τον ώμο του άντρα της λέγοντάς του
-Ξέρεις εσύ να τ’ αναστήσεις κι αυτό.. Και πράγματι τα χέρια του Νικόλα έδιναν όλη τη σοφία τόσων χρόνων στα έρμα τα φυτά και κείνα άπλωναν τις ρίζες τους τόσο στο χώμα όσο και στην ψυχούλα του μέχρι την επόμενη φορά που κάποιο τετράποδο θα έμπαινε στον κήπο.
-Εκείνη την αποθήκη να συγυρίσεις, του είπε καθώς έφευγε και συμπλήρωσε «μη μπει κανα παιδί μέσα και χτυπήσει πουθενά»
Πλησιάζουν Χριστούγεννα και οι ετοιμασίες στο πράσινο σπίτι έχουν ήδη αρχίσει. Η Κυριακούλα εδώ και μέρες φουρνίζει ψωμιά, πίτες, κουλούρια, μελομακάρονα και κουραμπιέδες και ο Νικόλας πλένει και ασπρίζει τις αυλές του σπιτιού. Μόλις έχουν τελειώσει το λιομάζωμα και το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι οι γιορτές και οι μέρες που θα περάσουν με τις κόρες τους και τις οικογένειές τους.
-Μια χαρά είναι η αποθήκη, απάντησε ο Νικόλας, θα μπω να πιάσω κρασί για το μεσημέρι κι αν είναι θα δω..

Ως το μεσημέρι άρχισε να βρέχει ο καιρός και η Κυριακούλα μπήκε στην κουζίνα της να μαγειρέψει, ενώ ο Νικόλας στρώθηκε στο σκαμνάκι του κι άρχισε το κουβεντολόι με τη βροχή. Είχε κι ένα κατοστάρι δίπλα του και κάπου κάπου κέρναγε τον εαυτό του απ’ το ξακουστό κοκκινέλι του.
-Έτσι που λες.. Αν εγώ θα φύγω εσύ θα 'ρχεσαι και θα μιλάς στους τσίγκους και στα κεραμίδια.. Δεν το 'χω σκοπό βέβαια μα θα γένει κι αυτό κάποια στιγμή.. Και φορά τη φορά που ‘ρχεσαι όλο και πλησιάζουμε στην τελευταία κουβέντα μας.. Κι ενώ περίμενε την απάντηση της βροχής ένα νιαούρισμα τον έκανε να τιναχθεί απ’ τη θέση του και ν’ αρχίσει να ψάχνει έντρομος γύρω του για τον απρόσκλητο εισβολέα. Πίσω από ένα μπαούλο πρόβαλε το μουτράκι του το μικρό τετράποδο γουρλώνοντας τα μάτια του πριν αποφασίσει προς τα πού θα ξεφύγει. Ο Νικόλας απέναντι στο ζωντανό και το ζωντανό απέναντι στο Νικόλα, με τις τρομάρες τους στη μέση να καυγαδίζουν κι εκείνοι ακίνητοι έχοντας στ’ αφτιά τους ο καθένας τον χτύπο της δικής του καρδιάς, λες κι η βροχή σταμάτησε μονομιάς.. Όπως είναι φυσικό μ’ ένα σάλτο το γατί βρέθηκε στην αυλή κι ο Νικόλας ακόμα και αντανακλαστικά μικρού παιδιού να 'χε δε θα μπορούσε να σβερκώσει το μικρό τετράποδο όπως προς στιγμήν σχεδίασε το θολωμένο για εκδίκηση μυαλό του. Το μόνο που κατάφερε ήταν να βγει στη βροχή και να προγκίξει το έντρομο γατί που κοντοστάθηκε στην αυλόπορτα, σαν για να τον περιγελάσει για την φιλόδοξη μα αποτυχημένη προσπάθειά του. Μουσκεμένος ως το κόκκαλο, μπήκε στην αποθήκη, γέμισε ένα μπουκάλι κρασί, σφάλισε σφιχτά την πόρτα και πήγε στην κουζίνα για να φάει με την κυρά του.
-Μούσκεμα έγινες χριστιανέ μου! Τον μάλωσε η κυρά του.. Μπα σε καλό σου, πού γυρνάς μεσ’ στη βροχή; Θα πουντιάσεις!
-Βάλε να φάμε! Της είπε κοφτά και πήγε ν’ αλλάξει τα βρεγμένα του ρούχα ενώ η Κυριακούλα σταυροκοπιόταν για την κατάντια του αντρός της.
-Καλά κύρη μου! Έτοιμο είναι..

Πέρασαν οι μέρες, γέμισε ο πάγκος της κουζίνας γλυκά και καλούδια κι έφτασε η μέρα που ήρθαν τα κρασοπουλάκια με τους γονείς τους στο πράσινο σπίτι. Δεν είχε ξεχάσει ο κρασάς την επίσκεψη του τετράποδου στην αποθήκη και γι αυτό ορμήνευε κάθε τόσο τα εγγόνια του να μη ζυγώνουν προς τα εκεί, μην τυχόν κι αφήσουν την πόρτα ανοιχτή και ξαναμπεί το γατί. Μα όσο το λεγε στα κρασοπουλάκια τόσο η περιέργειά τους φούντωνε και το 'βαλαν σκοπό μέχρι το τέλος των διακοπών να καταφέρουν να ξεγλιστρήσουν από την έννοια του παππού, να μπουν στον απαγορευμένο χώρο και να λύσουν το μυστήριο της εντολής του.
Ανήμερα τα Χριστούγεννα κι ενώ ο Νικόλας έκανε τη βόλτα του στο καφενείο με τους γαμπρούς του, η Κυριακούλα έβγαζε το κρέας απ’ το φούρνο κι οι κόρες τους έστρωναν το γιορτινό τραπέζι, τα κρασοπουλάκια βρήκαν την ευκαιρία να στήσουν την επιχείρηση «αποθήκη» όπως την ονόμασαν στα μυστικά τους συμβούλια τα βράδια που έπεφταν για ύπνο στο δωμάτιο που μοιράζονταν. Μπαίνοντας μέσα, δεν είδαν τίποτα που να δικαιολογεί την παράξενη απαγόρευση. Όλα ήταν όπως τα θυμούνται από τότε που μπορούσαν να μπαίνουν εκεί ελεύθερα είτε μόνα τους είτε με τη συνοδεία του παππού τους. Τα βαρέλια, τα εργαλεία του παππού, το σκαμνάκι, τα σκουριασμένα ποδήλατα, το ξύλινο μπαούλο κι όλα τα άλλα, πολύτιμα στα μάτια τους, πράγματα του αγαπημένου τους παππού. Με την απορία να ζωγραφίζεται στα παγωμένα μουτράκια τους άκουσαν πέντε μικρές πεινασμένες φωνούλες που άρχισαν να ξεπηδούν πίσω από το μπαούλο. Ένα τσούρμο κατσούλια με ορθάνοιχτα τα στόματά τους περίμεναν τη μάνα τους να τα ταΐσει κουρνιασμένα σε μια αγκαλιά άχυρα. Τα πιτσιρίκια άρχισαν ενθουσιασμένα να χοροπηδούν και να θαυμάζουν τα νιογέννητα ζωντανά. Ούτε που είχε περάσει απ’ το μυαλό τους η έκπληξη που τους είχε ετοιμάσει ο παππούς τους, όμως εξακολουθούσαν να απορούν γιατί τους το κράταγε κρυφό.
Ξοπίσω τους η Κυριακούλα που χωρίς να την πάρουν χαμπάρι τα ακολούθησε στην ανακάλυψή τους, αφού στάθηκε στην πόρτα γύρισε γρήγορα στον ξυλόφουρνο να σκουπίσει το δάκρυ της. Έτσι δακρυσμένη υποδέχτηκε τον Νικόλα κι αφού του δικαιολογήθηκε πως μπήκε καπνός στα μάτια της, θυμήθηκε γιατί τον αγάπησε και γιατί ακόμα τον αγαπάει με αγάπη που κρατά το πράσινο σπίτι ανθισμένο ακόμα και τις μέρες που οι δυο τους μονάχοι βολοδέρνουν στις αυλές και τις κάμαρές του.

2 σχόλια:

Maria R. είπε...

Συγκινητικό απλό και ανθρώπινο. Σε κάνει να νοσταλγείς όλα εκείνα που δεν έχεις.

Δ. Μπονώρας είπε...

χαίρομαι που το διάβασες.. καλημέρα σου!