Παρασκευή, Ιουνίου 09, 2017

τα γυαλιά

Ασκούμαι σε συνθήκες γήρατος
Στις λακούβες ισορροπώ
πότε με το ένα πόδι
ή και τα δυο
άλλοτε με τα μάτια ή τη γλώσσα
μετρώντας κάθε φορά το χάσμα
κατά προσέγγιση

Με τα χέρια σε έκταση
ψηλαφώ τις ρυτίδες του αέρα
Αυτές είναι που δε μ' αφήνουν ν' ανασάνω
Ή μάλλον μ' αφήνουν
δίνοντάς μου κόμπο-κόμπο
το αντίδοτο της ασφυξίας που μεσολαβεί

Οι αράχνες στα κατώφλια με συλλαμβάνουν 
Ξεφεύγω με αντάλλαγμα κανα-δυο αναμνήσεις
ή και όσο-όσο
ανάλογα με τους ιστούς
που μπορεί για παράδειγμα
να μπουν στα μάτια μου
ν' ασπρίσουν τα μαλλιά μου
ή να κρατήσουν λάφυρο
κάτι άχρηστο στην καλύτερη

Τις ασφάλτους που θα 'ρθουν φοβάμαι
Αν δεν έχω γυαλιά για κοντά
όπως δε θα μπορώ
να κάνω ούτε βήμα προς τα πίσω
ο τελεσίδικος οδοστρωτήρας
θα τα διορθώσει όλα
μπροστά στα μάτια μου
Δε θα δω
ούτε ανάσα θα πάρω
κι όλη αυτή η άσκηση θα πάει στράφι

Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2017

ο κότσυφας

Απάντησα πως δε θυμάμαι
Μου έδειξαν φωτογραφίες
"σ' αυτή εδώ είσαι ντυμένος κότσυφας"
Από το ράμφος μου έσταζε λέει
ένα τραγούδι αποκριάτικο
Άρχισαν να μου το τραγουδούν κιόλας
κι εγώ να θυμάμαι
χωρίς να το παραδέχομαι
Μ' αυτή μου την άρνηση
όλα αυτά τα φτηνά αναμνηστικά
παραμένουν στα χέρια τους 
άχρηστα
και το τραγούδι στ' αυτιά τους
έτσι όπως το άκουσαν

Κυριακή, Δεκεμβρίου 11, 2016

εύνοια

Στο κρυφτό είχα ένα σκοτάδι τσέπης
-μεγάλη ευκολία αυτό-
και δε μ’ έβρισκες
Σου ‘φτιαχνα ένα μονοπάτι και το φώτιζα
μ’ ένα φως που δεν ήταν αλήθεια
Ούτε το μονοπάτι ήταν
-και πώς να ‘ναι;-
Έχω ξεχάσει να δουλεύω το χώμα
Να μεριάζω τα βάτα
Τα χειρωνακτικά είναι περιττά για έναν τέτοιο δρόμο
σαν κι αυτόν που σου ετοίμασα
Εσύ τον ακολούθησες
Δε με βρήκες γιατί ήμουν παντού
Συνέχιζες ακολουθώντας τα χνάρια στα χώματα
Μάτωνες τα χέρια σου στους αγκαθωτούς θάμνους
Η αλήθεια σου ήταν κόκκινη και μύριζε απελπισία

Έτσι σε οδήγησα στα πεινασμένα σκυλιά
Αυτή μου η μεσολάβηση θα μου εξασφαλίσει
-για την ώρα-
την εύνοια των συνενόχων μου
ώστε να μην είμαι ο επόμενος
Βάζω το σκοτάδι στην τσέπη
Δε μου χρειάζεται πια

Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2016

Θα

Όρθιος
Το ενα σου κορμί σκαρφαλώνει στ' άλλο
Και ξανά
Λίγο ακόμα και θα φτάσεις
Σε ζώνες σέλαος
Αλλάζεις χρόνο ολοκληρώνοντας μια στροφή
Σε πορεία υποχρεωτική
Σ' αυτή τη νομιμότητα
Όλοι οι ήλιοι που συναντάς
Μιλούν άλλη γλώσσα από τη δική σου
Οι αχτίδες τους ακατανόητες
Αντανακλούν
Στη διαρκή εναλλαγή της ώρας σου
Θερινή ώρα
Χειμερινή
Ξύλινη ώρα
Χάρτινη
Και ξανά πάλι
Καύση νεκρών ωρών
Με τη στάχτη
(στη μεταφράζω προσεχτικά)
Σου φτιάχνω σκιές στα πρόσωπα
Είμαι ένα παρελθόν σκοτεινό καταπατημένο
(άραγε καταλαβαίνεις;)
Είσαι ένα παρόν που κοιτάζει πίσω
Σε όμορφες λέξεις
"ποίημα"
"ανάμνηση"
(δεν είναι απειλή)
Μα θα τις τινάξω απ' τους λερωμένους μου ώμους

Σάββατο, Νοεμβρίου 05, 2016

σκέψη

Σκέφτηκα
Σύννεφο
Λευκό
Παχύ στα λόγια του
Όσο το σκέφτομαι
Απλώνει
Στο πρόσωπό μου
Το χιόνι
Σιωπή ατόφια
Παγωμένα νεύματα
Στα δάχτυλα
"Ελα"
"Σώπασε"
"Φύγε"
να βάλουμε κάτω αυτά που
δε λέμε
να δούμε ποιος θα μιλήσει πρώτος
σκέφτηκα